Tο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου οργανώνει στο πλαίσιο του εορτασμού των είκοσι χρόνων λειτουργίας του διεθνές επιστημονικό συμπόσιο με θέμα «Αναθεωρήσεις του πολιτικού: ανθρωπολογική και ιστορική έρευνα στην ελληνική κοινωνία». Το συμπόσιο θα γίνει στη Μυτιλήνη στις 8-11 Νοεμβρίου 2007.

Το συμπόσιο συνιστά προσπάθεια καταγραφής της ερευνητικής δυναμικής στο πεδίο μελέτης της ελληνικής κοινωνίας από έλληνες και ξένους ανθρωπολόγους και ιστορικούς την τελευταία εικοσαετία. Ειδικότερα, προσεγγίζει αυτή τη δυναμική μέσα από κάποιους πρωτεύοντες άξονες, που συνοψίζονται στη διερεύνηση κυρίως των εννοιολογήσεων του πολιτικού, των σχέσεων κοινωνίας και κράτους, των πολιτικών πρακτικών και σχέσεων, των πολιτικών των ταυτοτήτων και άλλων βασικών διαστάσεων του πολιτικού φαινομένου στην ελληνική κοινωνία. Το συμπόσιο επιδιώκει επίσης να καταγράψει τις διαφοροποιήσεις στην ιστορική θεώρηση του πολιτικού τα τελευταία είκοσι χρόνια και να φέρει σε συνομιλία την ιστοριογραφική με την ανθρωπολογική παράδοση.

Το πολιτικό έχει αποτελέσει προνομιακό πεδίο συγκρότησης του κυρίαρχου ιστοριογραφικού παραδείγματος στην Ελλάδα, ενώ η ευρύτερη επιστημονική του διερεύνηση έχει συμβάλει στην αποτύπωση ενός μεθοδολογικού κανόνα που προκρίνει την από τα πάνω θεώρηση, την έμφαση στις αρχηγεσίες, την υιοθέτηση του επίσημου λόγου ως λόγου αντιπροσωπευτικού της κοινωνίας κλπ. Από την άλλη πλευρά, στον ίδιο ερευνητικό τόπο συντελείται την πρώτη μεταπολεμική περίοδο μια σημαντική κίνηση ρήξης και -ως ένα βαθμό υπέρβασης αυτών των τάσεων, με αφετηρία τόσο την κοινωνική ανθρωπολογία όσο και μια ανερχόμενη κατά την μεταπολεμική περίοδο κοινωνική ιστορία. Τα εναλλακτικά αυτά παραδείγματα μελέτης του πολιτικού φαινομένου αντλούν την πρωταρχική τους έμπνευση από τις κλασικές μελέτες δύο στοχαστών που την περίοδο εκείνη είναι θεσμικά εγκατεστημένοι εκτός της Ελλάδας και γράφουν στα αγγλικά: την μελέτη του John Campbell για τις διαδικασίες κοινωνικής και πολιτικής ολοκλήρωσης της «έκκεντρης» κοινωνίας των Σαρακατσάνων και της μελέτης του John Petropoulos για τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους την οθωνική περίοδο. Κοινός παρανομαστής των δύο μελετών είναι η έννοια της πατρωνίας, έννοια δημοφιλής σε δομολειτουργιστικούς κύκλους εκείνη την περίοδο.

Τις δεκαετίες που μεσολάβησαν μέχρι σήμερα το παράδειγμα της πατρωνίας απoτέλεσε το επίκεντρο της εκσυγχρονιστικής αφήγησης για τη γένεση του νεοελληνικού κράτους αλλά και πεδίο κριτικής αμφισβήτησης, τόσο από την πλευρά ταξικών προσεγγίσεων όσο και από την πλευρά θεωρήσεων που δίνουν μεγαλύτερο βάρος στο ρόλο των κομμάτων. Από την άλλη, η μελέτη του λαϊκιστικού φαινομένου έστρεψε ως ένα βαθμό το ερευνητικό ενδιαφέρον στις πολιτισμικές προϋποθέσεις της πολιτικής δράσης, ενώ η πιο πρόσφατη συζήτηση για τις πολιτικές της ταυτότητας έβαλε σε δεύτερη μοίρα το περιεχόμενο των πολιτικών σχέσεων. Παράλληλα εμφανίστηκε ένα νέο παράδειγμα με επίκεντρο την «κοινωνία πολιτών». Η παρούσα ενότητα συνιστά επιστροφή σε έναν από τους κλασικούς τόπους της ελληνικής κοινωνικής ανθρωπολογίας και ιστορίας αλλά με νέους όρους, που αναδεικνύουν ως μείζον ζήτημα την πολιτισμική συγκρότηση των πολιτικών σχέσεων σε πεδία, όπως είναι, για παράδειγμα, ιστορικά η «φιλανθρωπία» και σήμερα η «κοινωνία πολιτών».

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες οι συγκρούσεις στο πλαίσιο μετααποικιακών κοινωνιών, οι εμφύλιες συρράξεις και οι εθνοτικές διαμάχες, καθώς και τα ζητήματα της τρομοκρατίας, της συλλογικής μνήμης και της επούλωσης των τραυμάτων της θέτουν επιτακτικά την αναγκαιότητα διερεύνησης των λόγων και των πρακτικών βίας τόσο για την κατανόηση του παρόντος όσο και του παρελθόντος. Η φύση της βίας, εννοούμενης είτε ως προσβολή της σωματικής ακεραιότητας είτε ως συμβολική, είναι επιτελεστική και στενά συνυφασμένη με τις σχέσεις εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η άσκηση βίας συνιστά πολιτισμικές σωματοποιημένες πρακτικές με δράστες και θύματα. Οι λόγοι που επενδύουν νοηματικά τις πράξεις βίας αναπαριστούν τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι υποκύπτουν σε αυτή, την αμφισβητούν ή την οικειοποιούνται. Στις εννοιολογήσεις της βίας διακινούνται νοήματα για τον εαυτό συνδεδεμένα με την τάξη, το φύλο, τη σεξουαλικότητα, τη φυλή και την εθνικότητα.

Η βία στην ελληνική κοινωνία έχει συστηματικά μελετηθεί από ανθρωπολογική σκοπιά κυρίως στο εθνογραφικό παρόν ως επιτελεστική πρακτική (πρβλ. αγωνιστικός ανδρισμός, «βεντέτα» κλπ.), το πολιτισμικό περιεχόμενο της οποίας τελεί υπό διερεύνηση (αντί εκ των προτέρων να ταξινομείται σε σχέση με κάποιες κανονιστικές ή ιδεολογικές αρχές), ενώ ταυτόχρονα έχει αναδειχθεί σε σημείο-κλειδί για την κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων. Οι ιστορικοί, από την άλλη πλευρά, μελετούν τα τελευταία χρόνια μορφές της διαπροσωπικής βίας σε συνομιλία τόσο με το πλούσιο αντίστοιχο διεθνές ιστοριογραφικό πεδίο όσο και με τις ανθρωπολογικές συμβολές. Πρόσφατα η επιστημονική διερεύνηση της βίας βρέθηκε στο δημόσιο προσκήνιο μέσα από συζητήσεις ανάμεσα σε ιστορικούς που εξετάζουν τις εκδηλώσεις της βίας την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Οι σχετικές έρευνες και συζητήσεις έχουν συμβάλει στην οροθέτηση και αποσπασματική θεώρηση αυτής της περιόδου ως διακριτού ερευνητικού πεδίου, αλλά έχουν αξιοποιήσει σε σχετικά μικρό βαθμό την εθνογραφική εμπειρία στο ίδιο ζήτημα. Το ζητούμενο αυτής της ενότητας είναι εθνογραφικές και μικροϊστορικές τομές στη διαχρονία της βίας (διαπροσωπικής, ανάμεσα σε ομάδες, θεσμικής κλπ.), μέσα από τις οποίες θα αξιοποιηθεί η εθνογραφική εμπειρία στη μελέτη του συγκεκριμένου φαινομένου και ειδικότερα θα διερευνηθούν οι πολιτισμικές του ορίζουσες και οι όποιοι μετασχηματισμοί τους.

Το φαινόμενο του ελληνικού εθνικισμού έχει αποτελέσει βασικό ερευνητικό αντικείμενο της πρόσφατης περιόδου και πεδίο πλούσιας επιστημονικής ανθρωπολογικής και ιστοριογραφικής παραγωγής, με βασικό έρεισμα διαφορετικές εκδοχές της θεωρίας της κατασκευής του έθνους. Από τη μια πλευρά, έχουμε μια σειρά ανθρωπολογικών μελετών, οι οποίες, έχοντας ως πηγή έμπνευσης την πλούσια εθνογραφική παράδοση μελέτης της λαϊκής θρησκείας στην Ελλάδα, εξετάζουν τον σύγχρονο εθνικισμό με όρους διάκρισης «επίσημου/ανεπίσημου» λόγου, «από τα κάτω» και στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής. Από την άλλη πλευρά, μια νέα γενιά ιστορικών βάζει στο στόχαστρο της επιστημονικής διερεύνησης έννοιες κλειδιά της ανερχόμενης κατά τον 19ο αι εθνικής ιδεολογίας (π.χ. «ελληνισμός») και συμβάλλει αποφασιστικά στην αποδόμηση των κοινών τόπων του ελληνικού εθνικισμού. Παρά τη δυναμική ανάπτυξη των ερευνητικών αυτών πεδίων, ο βαθμός της μεταξύ τους επικοινωνίας παραμένει εξαιρετικά μικρός. Εδώ μας ενδιαφέρει να φέρουμε σε αντιπαραβολή τις δύο παραδόσεις γύρω από τη διερεύνηση των εξής ζητημάτων: α) πώς διαθλώνται οι επίσημοι λόγοι για τις εθνοτικές, μειονοτικές και τοπικές ταυτότητες στο επίπεδο της καθημερινής ζωής; β) πώς οι επίσημοι λόγοι για την εθνική ταυτότητα αναδιατάσσουν την οργάνωση της κοινωνικής εμπειρίας; γ) σε τι πολιτικές χρήσεις υποβάλλονται τόσο αυτές οι «από τα κάτω» ανεπίσημες ερμηνείες όσο και οι επίσημοι λόγοι;

Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της υποενότητας είναι η συγκριτική παράθεση εθνογραφικών παραδειγμάτων που εξετάζουν την εμπειρία του εθνικισμού στην καθημερινή ζωή και σε συνθήκες αντιπαράθεσης ανάμεσα σε αντιμαχόμενες εθνικές ιδεολογίες. Έχοντας ως σημείο εκκίνησης την έννοια «banal nationalism» του Billig και μέσα από παραδείγματα που αναφέρονται στην Ελλάδα (Θράκη), την Κύπρο (ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή πλευρά), καθώς και τη Μέση Ανατολή (Ισραήλ-Παλαιστίνη) και τα Βαλκάνια, δηλαδή περιοχές στις οποίες ο εθνικισμός έχει ιστορικά προκύψει στο πλαίσιο της οθωμανικής κληρονομιάς, μας ενδιαφέρει να σχολιάσουμε το πώς η από «τα κάτω» προσέγγιση μπορεί να αναδείξει τις ιστορικά και πολιτισμικά ορισμένες πλευρές του. Από αυτή τη σκοπιά μπορούν να τεθούν τα παρακάτω ζητήματα: α) Πώς ερμηνεύονται «από τα κάτω» οι εθνικές ιδεολογίες και με ποιον τρόπο αυτές οι ερμηνείες συμβάλλουν στη διαμόρφωση της εκάστοτε συγκρουσιακής συνθήκης; β) Παράγονται οπτικές για το έθνος και για τους επιμέρους εθνικισμούς, οι οποίες αμφισβητούν ή αντικρούουν τον «επίσημο» λόγο και ειδικότερα τις κρατικές εκδοχές του εθνικισμού; γ) Εστιάζοντας στους τρόπους με τους οποίους βιώνεται ο εθνικισμός στην καθημερινή ζωή, πώς μπορούμε να αναδείξουμε τις λιγότερο ορατές πλευρές των συγκεκριμένων αντιπαραθέσεων;

Παράλληλα, το κέντρο βάρους των παρουσιάσεων και της συζήτησης βρίσκεται στο θέμα της σύγκρισης: με ποιον τρόπο και με ποιους όρους τα εθνογραφικά δεδομένα που προέρχονται από τις διαφορετικές αυτές «περιοχές» μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους;

Ο πολιτισμός, κατεξοχήν αναλυτική κατηγορία της ανθρωπολογίας, αποτελεί σήμερα και καθιερωμένη έννοια του λεξιλογίου μας. Έχει επίσης αναχθεί σε δυναμικό πεδίο δράσης και συγκρότησης λόγων που αφορούν την διαπραγμάτευση της ταυτότητας και των συμβολικών ορίων. Υπ αυτή την έννοια, ο πολιτισμός έχει καταστεί πεδίο διεκδικήσεων ως προς την πολιτική του κυριότητα, καθώς και έκφρασης εναλλακτικών εκδοχών τοπικών, εθνοτικών, εθνικών και διεθνών ταυτοτήτων. Ποιοι φορείς εμπλέκονται σε αυτές τις διαδικασίες; Ποιες πρακτικές ακολουθούν και ποιες δυναμικές αναπτύσσουν; Πού αρχίζει και πού τελειώνει η επιρροή τους; Πώς διαπλέκονται μεταξύ τους τα διαφορετικά επίπεδα πολιτικής διαχείρισης του πολιτισμού, σε ποια σημεία συγκρούονται μεταξύ τους και σε ποια ανασημασιοδοτούνται μέσω της επαφής τους με αντίστοιχες πρακτικές σε άλλα επίπεδα;

Η ενότητα αυτή εστιάζει σε επιτελεστικές, επικοινωνιακές και καταναλωτικές πρακτικές που αφορούν τον προσδιορισμό και αναπροσδιορισμό της έννοιας του πολιτισμικού αγαθού με αναφορά στην τροφή, τις μουσικές και χορευτικές επιτελέσεις, τα μουσεία κλπ. Εξετάζει επίσης διαδικασίες διεκδίκησης, ιδιοποίησης και αμφισβήτησης του «πολιτισμού» σε διαφορετικά πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης (τοπικές αρχές και τοπικοί σύλλογοι, πολιτιστικοί σύλλογοι, κρατικές και ευρωπαϊκές πολιτιστικές πολιτικές).

Οι κοινωνικοί και πολιτισμικοί όροι παραγωγής και διαχείρισης της διαφοράς στην ελληνική κοινωνία αποκρυσταλλώθηκαν σε ένα καθεστώς κατά τη διάρκεια του 19ου και πρώιμου 20ού αιώνα. Αυτό το καθεστώς της διαφορετικότητας δέχθηκε ισχυρές πιέσεις κατά τη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας, από δυνάμεις που συνδέονται τόσο με τη σταδιακή καθιέρωση ενός νέου λόγου περί δικαιωμάτων, και τις συναφείς διαδικασίες μειονοτικοποίησης, όσο και με τις μεταναστεύσεις προς την Ελλάδα και τη δυναμική της διαφοροποίησης την οποία αυτές παρήγαγαν.

Στην ενότητα αυτή μας ενδιαφέρει να εξετάσουμε τις πολιτικές παραγωγής και διαχείρισης της διαφοράς σε διαφορετικές ιστορικές φάσεις. Από τη μία πλευρά, μας ενδιαφέρει να προσεγγίσουμε τις πολιτικές της διαφοράς σε προγενέστερες ιστορικές φάσεις σχηματισμού αυτού του καθεστώτος, ιδιαίτερα σε σχέση με την κρατική χάραξη των συνόρων ή τη στάση απέναντι σε εθνο-πολιτισμικά διαφορετικούς πληθυσμούς, και μάλιστα σε συνθήκες πληθυσμιακών μετακινήσεων. Από την άλλη πλευρά, μας ενδιαφέρει η εθνογραφική διερεύνηση των πολιτικών πρακτικών που σήμερα διαγωνίζονται στην κατεύθυνση της αναπαραγωγής ή του ριζικού μετασχηματισμού των ιστορικά κατεστημένων τρόπων πρόσληψης της πολιτισμικής διαφοράς, με ειδικότερη αναφορά στις πολιτικές χρήσεις των λόγων που διαμορφώνονται στο πλαίσιο των σύγχρονων μεταναστεύσεων και στην πολιτική διαπραγμάτευση της διαφοράς ανάμεσα στο κράτος και τις διαφορετικές μειονοτικές και μεταναστευτικές ομάδες.

Η ιδιότητα του πολίτη, ένα από τα κύρια ενδιαφέροντα των δυτικού τύπου δημοκρατιών στη διάρκεια του 20ού αι., ορίζεται ως η θέση που καταλαμβάνουν τα άτομα εκείνα που είναι πλήρη μέλη μιας κοινότητας. Ωστόσο, σύγχρονες μελέτες έχουν δείξει ότι οι διεκδικήσεις της ιδιότητας του πολίτη, τουλάχιστον στη Δύση, συγκροτούνται πολιτισμικά με αναφορά τόσο στο ανδρικό προνόμιο όσο και στη θεσμοθετημένη ετεροφυλοφιλία. Με άλλα λόγια, η ιδιότητα του πολίτη είναι πάντοτε όχι μόνο έμφυλη αλλά στενά συναρτημένη με ένα συγκεκριμένο πρότυπο σεξουαλικής συμπεριφοράς. Από την άλλη, στις ευρωαμερικανικές κοινωνίες, καθώς πλέον και στην Ελλάδα, οι σύγχρονες επιτελέσεις του φύλου, της σεξουαλικότητας, της συγγένειας και της αναπαραγωγής, ιδιαίτερα με την εμφάνιση των νέων τεχνολογιών, διεκδικούν τον επαναπροσδιορισμό της υποκειμενικότητας και της ιδιότητας του πολίτη. Τίθενται, λοιπόν, τα παρακάτω ερωτήματα: α) πώς συγκροτείται η υποκειμενικότητα μέσα από σχέσεις εξουσίας και αντίστασης, οι οποίες σχετίζονται με το φύλο, τη σεξουαλικότητα τη συγγένεια και την αναπαραγωγή; β) πώς μέσα από τις σχέσεις αυτές προσδιορίζεται και επαναπροσδιορίζεται η έννοια του υποκειμένου που αναγνωρίζεται κοινωνικά και πολιτισμικά ως πολίτης, αλλά και γενικότερα του πολιτικού;

Στην Ελλάδα ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στη συζήτηση για το λεγόμενο «δημογραφικό πρόβλημα», ενώ υπάρχουν και κάποιες μελέτες λίγες προς το παρόν για νέες τεχνολογίες αναπαραγωγής. Σε αυτή την κατεύθυνση μας ενδιαφέρει να εστιάσουμε στις πολιτικές της μητρότητας και της αναπαραγωγής στη σημερινή Ελλάδα και να εξετάσουμε ζητήματα που αναφέρονται στην έντονα πολιτική φύση της αναπαραγωγής, τον έλεγχο και την κατανομή της γνώσης και των πρακτικών που την αφορούν, την εμπλοκή και συνδιαπλοκή των τεχνολογιών με ευρύτερα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά συστήματα, τις κατηγοριοποιήσεις των γονιών ως κατάλληλων για τη γονική ιδιότητα ή όχι ανάλογα με την ηλικία, τη φυλή, την τάξη, την εθνικότητα, το φύλο, τη σεξουαλική προτίμηση.