ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΜΣ 
Κώστας Γιαννακόπουλος,
Αναπληρωτής Καθηγητής
 

ΜΕΛΗ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
Κώστας Κανάκης Αναπληρωτής Καθηγητής, Χρίστος Μπέλλας Αναπληρωτής Καθηγητής, Γιάννης Γιαννιτσιώτης Μόνιμος Επίκουρος Καθηγητής, Πηνελόπη Τοπάλη Επίκουρη Καθηγήτρια, Γιώργος Πλακωτός Επίκουρος Καθηγητής.

Το πρόγραμμα διαρκεί συνολικά τρία εξάμηνα. Για την απόκτηση Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (ΜΔΕ) απαιτούνται ενενήντα (90) πιστωτικές μονάδες. Κάθε μάθημα αντιστοιχεί σε επτάμισυ (10) πιστωτικές μονάδες και σε 3 ώρες διδασκαλίας την εβδομάδα. Η εκπόνηση της Μεταπτυχιακής Εργασίας Ειδίκευσης αντιστοιχεί σε τριάντα (30) πιστωτικές μονάδες.

Από τα προσφερόμενα μαθήματα των δύο εξάμηνων τα τρία (3) είναι υποχρεωτικά κορμού και τα τρία (3) μαθήματα εαρινού εξαμήνου είναι υποχρεωτικά κατ’ επιλογήν. Η επιτυχής παρακολούθηση των μαθημάτων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εκπόνηση, στο τρίτο εξάμηνο, της Μεταπτυχιακής Εργασίας Ειδίκευσης. Η ολοκλήρωση της τελευταίας είναι υποχρεωτική για την απονομή του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (ΜΔΕ).

Στο ΠΜΣ γίνονται δεκτοί για την απόκτηση του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (ΜΔΕ) κάτοχοι πτυχίου Τμημάτων ΑΕΙ όλων των κατευθύνσεων της ημεδαπής ή αντίστοιχων ΑΕΙ της αλλοδαπής, αναγνωρισμένων Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. (πρώην ΔΙΚΑΤΣΑ), και πτυχιούχοι, ΤΕΙ, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του αριθμ. 16 του ν.2327/95. Μετά τη δημοσίευση της σχετικής προκήρυξης στον ημερήσιο τύπο, και όπως αυτή ορίζει, οι υποψήφιες/οι υποβάλλουν στο Τμήμα αίτηση συμμετοχής στις εξετάσεις εισαγωγής και βιογραφικό σημείωμα. Οι υποψήφιες/οι διαγωνίζονται στην αγγλική γλώσσα και συμμετέχουν σε προφορική συνέντευξη. Ο αριθμός των εισακτέων κατ’ έτος ορίζεται από τη Γ.Σ.Ε.Σ. του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας και δεν υπερβαίνει τους είκοσι (20).

Τα δίδακτρα για την παρακολούθηση του ΠΜΣ ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ ετησίως.

Για το Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης απαιτείται η επιτυχής ολοκλήρωση των υποχρεώσεων των φοιτητριών/ών κατά τη διάρκεια δύο (2) διδακτικών εξαμήνων, και ακολούθως η εκπόνηση Μεταπτυχιακής Εργασίας Ειδίκευσης, η οποία πρέπει να ολοκληρωθεί σε διάστημα ενός εξαμήνου.

Οι φοιτήτριες/ές υποχρεούνται να παρακολουθούν τις διαλέξεις και τα σεμινάρια των μεταπτυχιακών μαθημάτων όπως αυτά προσδιορίζονται στο πρόγραμμα. Τα μεταπτυχιακά μαθήματα συνήθως συνδυάζουν τη διάλεξη με τη σεμιναριακής μορφής ανάπτυξη κάποιων θεμάτων. Ο ακριβής κύκλος των διαλέξεων και των σεμιναρίων, μαζί με την προτεινόμενη βιβλιογραφία, αναγράφονται στον οδηγό του μαθήματος. Οι φοιτήτριες/ές αξιολογούνται στη βάση της προφορικής συμμετοχής και των γραπτών εργασιών που εκπονούν σε κάθε μάθημα.

Η επιτυχής παρακολούθηση των μαθημάτων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εκπόνηση, στο τρίτο εξάμηνο, της Μεταπτυχιακής Εργασίας Ειδίκευσης. Το θέμα της εργασίας ορίζεται ύστερα από συνεννόηση με τους διδάσκοντες στο τέλος του δευτέρου εξαμήνου. Η διπλωματική εργασία κυμαίνεται από 12.000 ως 15.000 λέξεις και ολοκληρώνεται σε διάστημα όχι μεγαλύτερο του ενός εξαμήνου. Στην περίπτωση που για σοβαρούς λόγους η/ο φοιτήτρια/ής αδυνατεί να καταθέσει εμπρόθεσμα την διπλωματική του εργασία μπορεί σε συνεννόηση με την/τον επιβλέπουσα/οντα, και αφού ενημερωθεί σχετικά η Γραμματεία, να πάρει παράταση, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα εξάμηνο.

Η μελέτη του φύλου απασχόλησε συστηματικά την ανθρωπολογία και την ιστορία ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Την εποχή εκείνη φεμινίστριες ερευνήτριες, με βάση την διαπίστωση ότι η μελέτη των κοινωνιών του ανθρώπου αναφερόταν κυρίως στους άνδρες, έθεσαν ως στόχο την ορατότητα των γυναικών στα εθνογραφικά και ιστορικά κείμενα. Ο στόχος αυτός οδήγησε στη συλλογή περισσότερων πληροφοριών για τις γυναίκες, στην εθνογραφική επιτόπια έρευνα και την επαναπροσέγγιση των ιστορικών πηγών. Επιπλέον θεωρήθηκε ότι το νέο αυτό πεδίο μελέτης έπρεπε να διερευνηθεί από γυναίκες ερευνήτριες, οι οποίες εξαιτίας της ίδιας τους της θέσης ως γυναίκες ήταν πιο ευαισθητοποιημένες και ως εκ τούτου αρμοδιότερες να «δουν» τις ομόφυλές τους στην επιτόπια έρευνα και τις πηγές. Η μεθοδολογική αυτή επιλογή υπήρξε απόρροια της θεωρητικής θέσης που επικράτησε στη νέα ανθρωπολογία και ιστορία των γυναικών. Σύμφωνα με τη θεώρηση αυτή, οι «γυναίκες» αποτελούν μια οικουμενική κατηγορία της οποίας η ιεραρχική σχέση με την εξίσου οικουμενική κατηγορία «άνδρες» πρέπει να μελετηθεί. Η κοινωνική θέση των γυναικών μελετήθηκε από διαφορετικές τάσεις που υπήρχαν στο εσωτερικό της ανθρωπολογίας και ιστορίας των γυναικών, με αναφορά σε ευρύτερα κυρίαρχα, την εποχή εκείνη, θεωρητικά ρεύματα όπως ο μαρξισμός και ο δομισμός- με τα οποία συνδέονταν οι εκπρόσωποι των διαφορετικών τάσεων.

Σήμερα ασκείται κριτική σε αυτή την «ανθρωπολογία και ιστορία των γυναικών» ότι επικεντρώθηκε μόνο σε «γυναίκες». Ωστόσο, πέρα από το γεγονός ότι αυτή η επικέντρωση ήταν η λογική συνέπεια του αποκλεισμού των γυναικών από την επιστήμη, η «νέα ανθρωπολογία» και η «νέα ιστορία» έθεσαν ήδη από τότε ευρύτερα θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα, τα οποία διατυπώθηκαν με μεγαλύτερη σαφήνεια αργότερα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980- και απασχολούν μέχρι σήμερα τις κοινωνικές επιστήμες. Οι ερευνήτριες της ανθρωπολογίας και ιστορίας των γυναικών αποκαλύπτοντας τον έμφυλο, ανδροκεντρικό χαρακτήρα των εθνογραφιών και των ιστοριογραφιών έδειξαν ότι τα εθνογραφικά και ιστορικά «δεδομένα» διαμορφώνονται από τις θεωρητικές επιλογές συνειδητές και ασύνειδες- της/ου ερευνήτριας/ή. Με άλλα λόγια, αμφισβήτησαν τη θετικιστική θέση σύμφωνα με την οποία υπάρχει μια «ουδέτερη», «αντικειμενική», «έγκυρη» επιστημονική γνώση και έθεσαν το επιστημολογικό ζήτημα της κοινωνικής παραγωγής της γνώσης. Η αμφισβήτηση αυτή προήλθε και από τη ρητά εκφρασμένη πολιτική εμπλοκή των ερευνητριών στο φεμινιστικό κίνημα και την αναγνώριση του πολιτικού κινήτρου πίσω από τις μελέτες τους. Επιπλέον, η αμφισβήτηση της «φυσικότητας» της κατηγορίας «γυναίκα» και γενικότερα η ανάλυση των έμφυλων σχέσεων ως κοινωνικών οδήγησαν σε πολλές περιπτώσεις σε έναν επαναπροσδιορισμό βασικών εννοιολογικών εργαλείων της ανθρωπολογίας και της ιστορίας.

Ρητές ή λανθάνουσες οι (προ)οπτικές αυτές της ανθρωπολογίας και της ιστορίας των γυναικών θα γίνουν αντικείμενο παραπέρα επεξεργασίας από την ανθρωπολογία και την ιστορία του φύλου που θα διαδεχτεί την ανθρωπολογία και ιστορία των γυναικών από την δεκαετία του 1980 και μετά. Η μετάβαση αυτή συνδέεται με την εμφάνιση ευρύτερων θεωρητικών ρευμάτων, όπως η θεωρία της κοινωνικής κατασκευής και ο μεταδομισμός, αλλά και μετατοπίσεων που συμβαίνουν στο εσωτερικό του φεμινιστικού κινήματος. Ενώ η ανθρωπολογία και ιστορία των γυναικών έδινε έμφαση στην οικουμενικότητα των κατηγοριών «άνδρας» – «γυναίκα», η ανθρωπολογία και ιστορία του φύλου προχώρησε στην αποδόμηση των κατηγοριών αυτών θεωρώντας ότι το νόημά τους διαφοροποιείται ανάλογα με την κοινωνία και την ιστορική περίοδο. Έτσι, οι έμφυλες κατηγορίες αποδομήθηκαν και επιχειρήθηκε η μελέτη της συγκρότησής τους σε συγκεκριμένα πολιτισμικά και ιστορικά συμφραζόμενα και με αναφορά σε άλλες παραμέτρους , όπως εκείνες τις εθνότητας, της κοινωνικής τάξης και της σεξουαλικότητας. Με άλλα λόγια, η έμφαση μετατοπίστηκε από την έμφυλη διαφορά στις διαφορές στο εσωτερικό των κατηγοριών άνδρας-γυναίκα. Σε επίπεδο μεθοδολογίας έρευνας αυτό είχε ως συνέπεια την αμφισβήτηση των «γυναικών» ως προνομιακών ερευνητριών του φύλου. Στα πλαίσια αυτή της στροφής εμφανίστηκαν μελέτες για τον ανδρισμό και κυρίως για ανδρικές κοινωνικότητες ή και θεσμούς των οποίων ο έμφυλος χαρακτήρας είχε μέχρι τότε αγνοηθεί. Το κυριότερο δε είναι ότι στα πλαίσια της διερεύνησης της διαπλοκής του φύλου με άλλες κοινωνικές σχέσεις το φύλο μελετήθηκε ως πρωταρχικός τρόπος νοηματοδότησης, και συνακόλουθης σύστασης, εδραίωσης και νομιμοποίησης ευρύτερων κοινωνικών σχέσεων. Το αποτέλεσμα είναι ότι το φύλο δεν αποτελεί πλέον διακριτό κλάδο της ανθρωπολογίας και της ιστορίας, αλλά μια κατηγορία ανάλυσης, χρήσιμη σε διαφορετικά επιστημονικά πεδία.

Η μελέτη του φύλου στην ελληνική κοινωνία ακολούθησε μια αντίστοιχη πορεία, παρουσιάζει όμως και εθνικές ιδιομορφίες οι οποίες σχετίζονται με την ιδιαίτερη συγκρότηση της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της κοινωνικής ιστορίας καθώς και των πολιτικών κινημάτων του φύλου και της σεξουαλικότητας στην Ελλάδα. Η ανάπτυξη της μελέτης του φύλου παρουσιάζει διαφορές στις δύο επιστήμες. Στην ανθρωπολογία η μελέτη του φύλου κατέχει κεντρική θέση, αφού όπως έχει διαπιστωθεί στην μεσογειακή Ευρώπη οι πολιτισμικές έννοιες του φύλου και της σεξουαλικότητας είναι πολυλειτουργικές και αποτελούν τις οργανωτικές αρχές και άλλων τομέων της κοινωνικής ζωής. Ήδη από τη δεκαετία του 1950 οι πρώτες εθνογραφικές μονογραφίες περιέχουν εκτεταμένη αναφορά στις ιθαγενείς πολιτισμικές αντιλήψεις για το φύλο. Από τη δεκαετία του 1970 εμφανίζονται μελέτες οι οποίες διερευνούν τη «θέση» και τη «δύναμη» των γυναικών. Παρόλο που οι μελέτες αυτές θεωρείται ότι ανήκουν στην ανθρωπολογία των γυναικών, εντούτοις αρκετές από αυτές διευρύνοντας την οπτική τους επιχειρούν να ενσωματώσουν τη μελέτη των γυναικών στη μελέτη της ελληνικής κοινωνίας δίνοντας έμφαση στη μεταφορική λειτουργία του φύλου πάνω σε άλλες κατηγορίες. Στις μελέτες αυτές αρχίζει ένας διάλογος, ο οποίος συνεχίζεται μέχρι σήμερα σχετικά με την συμπληρωματικότητα ή την ανισότητα των φύλων. Ο διάλογος αυτός θέτει και διερευνά το ζήτημα των σχέσεων εξουσίας στην ελληνική κοινωνία. Η διεύρυνση αυτής της οπτικής θα ολοκληρωθεί με τη στροφή σε μια ανθρωπολογία του φύλου η οποία σηματοδοτείται και από την εμφάνιση ανθρωπολογικών μελετών για τον ανδρισμό.

Αρκετές από τις νεότερες κυρίως μελέτες για το φύλο και τη σεξουαλικότητα αφορούν την αστική Ελλάδα και κυρίως την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά. Οι μελέτες αυτές συνδέονται με την εμφάνιση της αστικής ανθρωπολογίας στην Ελλάδα και συνομιλούν με τις πιο σύγχρονες ανθρωπολογικές προβληματικές στην Ευρώπη και την Αμερική. Στην ιστορία, παρόλη την εμφάνιση σημαντικών μελετών στην ιστορία των γυναικών από φεμινίστριες ερευνήτριες από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 περίπου, η μελέτη του φύλου παρέμεινε στο περιθώριο της ακαδημαϊκής κοινότητας των Ελλήνων ιστορικών. Ένας από τους κυριότερους λόγους αυτής της ελλιπούς θεσμικής κατοχύρωσης είναι η καθυστερημένη εμφάνιση της κοινωνικής ιστορίας στην Ελλάδα και η ταύτισή της μέχρι σχετικά πρόσφατα με την οικονομική ιστορία.

Η προτεινόμενη βιβλιογραφία εισάγει τις/ους φοιτήτριες/ές σε ορισμένους από τους κυριότερους σύγχρονους προβληματισμούς για το φύλο στον χώρο της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της ιστορίας.

Αβδελά, Ε. και Α. Ψαρά (επιμ.), 1997, Σιωπηρές Ιστορίες. Γυναίκες και Φύλο στην Ιστορική Αφήγηση, Εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
Αβδελά, Ε. και Α. Ψαρρά, 1985, Ο Φεμινισμός στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Εκδ. Γνώση, Αθήνα.
Abu-Lughod, L., 1986, Veiled Sentiments: Honor and Poetry in a Bedouin Society, University of California Press, Μπέρκλευ.
Αγγελίδη, Α., Ε. Μαχαίρα και Κ. Κυριακός, 2005, Γραφές για τον Κινηματογράφο. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Εκδ. Νεφέλη, Αθήνα.
Αθανασίου, A., 2006, Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική, Εκδ. Νήσος, Αθήνα.
Βαρίκα, Ε., 1987, Η Εξέγερση των Κυριών. Η Γένεση μιας Φεμινιστικής Συνείδησης στην Ελλάδα, 1833-1907, Εκδ. Κατάρτι, Αθήνα.
Βαρίκα, Ε., 2000, Με διαφορετικό πρόσωπο. Φύλο, Διαφορά και Οικουμενικότητα, Εκδ. Γνώση, Αθήνα.
Bell, D. και G. Valentine (επιμ.), 1995, Μapping Desire. Geographies of Sexualities, Routledge, Λονδίνο & Νέα Υόρκη.
Bell, D., P. Caplan και W. J. Karim, 1993, Gendered Fields. Women, Men and Ethnography, Routledge, Λονδίνο.
Bleier, R., 1984, Science and Gender. A Critique of Biology and its Theories in Women, Pergamon Press, Νέα Υόρκη.
Broude, N. και Mary G. (επιμ.), 1992, Expanding Discousre. Feminism and Art History, Westview Press.
Butler, J., 1991, Gender Trouble. Feminism and the Subversion of Identity, Routledge, Λονδίνο & Νέα Υόρκη.
Butler, J. and J. W. Scott, 1992, Feminists Theorize the Political, Routledge, Νέα Υόρκη.
Caplan, P. (επιμ.), 1987, The Cultural Construction of Sexuality, Τavistock Publications, Λονδίνο.
Γιαννακόπουλος, Κ., 2006, Σεξουαλικότητα. Θεωρίες και Πολιτικές της Ανθρωπολογίας, Εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
Coates, J., 1993, Women, Men, and Language, (2nd edition), Longman, Λονδίνο.
Collier, J. και S. Yanagisako, 1987, Gender and Kinship. Essays Toward a Unified Analysis, Stanford University Press, Στάντφορντ.
Cott, N., 1987, The Grounding of Modern Feminism, Yale University Press, New Haven.
Cowan, J., 1988, H Πολιτική του Σώματος: Χορός και Kοινωνικότητα στη Bόρεια Ελλάδα, Εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
Di Leonardo, M. (επιμ.), 1991, Gender at the Crossroads of Knowledge: Feminist Anthropology in the Postmodern Era, University of California Press, Μπέρκλευ.
Donald, J. και A. Rattansi (επιμ.), 1992, Race, Culture and Difference, Sage/The Open University, Λονδίνο.
Dubisch, J. (επιμ.), 1986, Gender and Power in Rural Greece, Princeton University Press, Πρίνστον.
Ginsberg, F. και R. Rapp, 1995, Conceiving the New World Order, University of California Press, Μπέρκλευ.
Ιγγλέση, Χ., 2002, Ο Αναστοχασμός στη Φεμινιστική Έρευνα, Εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα.
Jackson, S. και S. Scott, 1996, Feminism and Sexuality. A Reader, Edinburgh University Press, Εδιμβούργο.
Jordanova, L., 1989, Sexual Visions. Images of Gender in Science and Medicine Between the Eighteenth and Twentieth Centuries, Routledge, Λονδίνο.
Καντσά, Β., Β. Μουτάφη και Ε. Παπαταξιάρχης, 2008, Το φύλο, βιβλιογραφικές επισκοπήσεις, Εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
Καντσά, Β., Β. Μουτάφη και Ε. Παπαταξιάρχης, 2008, Το φύλο, τόπος συνάντησης των κοινωνικών επιστημών, Εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
Laqueur, T., 1990, Making Sex. Body and Gender from the Greeks to Freud, Harvard University Press, Καίμπριτζ.
Loizos, P. και E. Papataxiarchis, 1991, Contested Identities. Gender and Kinship in Modern Greece, Princeton University Press, Πρίνστον.
MacCormack, C. και M. Strathern (επιμ.), 1980, Nature, Culture and Gender, Cambridge University Press, Καίμπριτζ.
Martin, E., 1987, The Woman in the Body. A Cultural Analysis of Reproduction, Beacon Press, Βοστώνη.
Μπακαλάκη, Α. (επιμ.), 1994, Ανθρωπολογία, Γυναίκες και Φύλο, Εκδ. Αλεξάνδρεια: Αθήνα.
Moore, H., 1988, Feminism and Anthropology, Polity Press, Καίμπριτζ.
Mosse, G., 1985, Nationalism and Sexuality, Howard Ferting, Λονδίνο.
Nicholson, L. (επιμ.), 1997, The Second Wave. A Reader in Feminist Theory, Routledge, Νέα Υόρκη.
Offen, K., 2000, European Feminisms, 1750-1950. A Political History, Stanford University Press, Στάνφορντ.
Ortner, S. και H. Whitehead (επιμ.), 1981, Sexual Meanings. The Cultural Construction of Gender and Sexuality, Cambridge University Press, Καίμπριτζ.
Παντελίδου-Μαλούτα, Μ., 2002, Το φύλο της δημοκρατίας. Ιδιότητα του πολίτη και έμφυλα υποκείμενα, Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα.
Παπαταξιάρχης, Ε. και Θ. Παραδέλλης (επιμ.), 1992, Ταυτότητες και Φύλο στη Σύγχρονη Ελλάδα. Ανθρωπολογικές Θεωρήσεις, Εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
Παυλίδου, Θ.-Σ. (επιμ.), 2002, Γλώσσα, γένος, φύλο, Εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη.
Pollock, G., 1999, Vision and Difference. Femininity, Feminism and the Histories of Art, Λονδίνο.
Σκουτέρη-Διδασκάλου, Ε., 1991, Ανθρωπολογικά για το Γυναικείο Ζήτημα, Εκδ. Πολίτης, Αθήνα.
Thornham, S., 1999, Feminist Film Theory. A Reader, Edinburg University Press, Εδιμβούργο.
Walker S. και L. Barton (επιμ.), 1983, Gender, Class and Education ,The Falmer Press, Λονδίνο.
Φουρναράκη, Ε., 1987, Εκπαίδευση και αγωγή των κοριτσιών. Ελληνικοί προβληματισμοί (1830-1910). Ένα ανθολόγιο, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα.